Skip to main content
Έγινα μάρτυρας ενός περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης αλλά το θύμα δεν θέλει να το καταγγείλει. Πώς να την/τον υποστηρίξω σεβόμενος/η το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα;

Η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας μπορεί να έχει βαθιές ψυχολογικές, επαγγελματικές και κοινωνικές συνέπειες για το άτομο που τη βιώνει, άμεσα (ως θύμα) ή έμμεσα (ως μάρτυρας). Και είναι λογικό, αν έχεις υπάρξει μάρτυρας σε ένα τέτοιο περιστατικό και νιώθεις την ασφάλεια να το κάνεις, να θέλεις με κάθε τρόπο να υποστηρίξεις το θύμα, να αποκαταστήσεις τη δικαιοσύνη και να προστατεύσεις και άλλα άτομα που πιθανόν να αντιμετωπίσουν -από τον ίδιο δράστη- αυτή τη συμπεριφορά στο μέλλον. Συνήθως, μάλιστα, η επιθυμία μας αυτή προκαλεί και μια έντονη παρόρμηση για δράση («θα τον καταγγείλω», «γιατί δεν το αναφέρεις πουθενά;», «δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια»), η οποία κάποιες φορές μας αποτρέπει από το να αναλογιστούμε σε βάθος τις συνέπειες που έχει η κάθε μας κίνηση για όλα τα εμπλεκόμενα άτομα και τη δική μας ευθύνη στο πλαίσιο αυτό.

Τι γίνεται, λοιπόν, όταν το θύμα ενός περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης δεν επιθυμεί να καταγγείλει; Πώς μπορούμε ως μάρτυρες να σταθούμε δίπλα σε μια επιζώσα ή έναν επιζώντα παρενόχλησης με τρόπο που είναι πραγματικά υποστηρικτικός, χωρίς να παραβιάζει την αυτονομία και την ιδιωτικότητά του/της;

Αυτό το δίλημμα είναι πιο συχνό από όσο νομίζουμε. Το θύμα μπορεί να φοβάται τα αντίποινα, τον στιγματισμό, μια πιθανή απώλεια της εργασίας του/της ή να μην έχει ακόμη επεξεργαστεί το σοκ. Ο ή η μάρτυρας, από την άλλη, αισθάνεται την ευθύνη να «κάνει κάτι». Τα καλά νέα είναι ότι η ισορροπία ανάμεσα στην ενεργή υποστήριξη και στον σεβασμό της ιδιωτικότητας είναι λεπτή αλλά εφικτή.

Γιατί είναι κρίσιμος ο σεβασμός της ιδιωτικότητας

Η απόφαση για το αν θα καταγγελθεί επώνυμα ή όχι ένα περιστατικό παρενόχλησης ανήκει αποκλειστικά στο άτομο που το έχει βιώσει. Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιωμάτων, είναι και ζήτημα ψυχολογικής ασφάλειας. Η ανάληψη δράσης χωρίς τη συναίνεση του θύματος μπορεί να οδηγήσει σε:

  • Αίσθηση απώλειας ελέγχου: το θύμα μπορεί να νιώσει ότι δεν έχει τον έλεγχο της αφήγησης ή των επιλογών του.
  • Επανατραυματισμό: η βεβιασμένη έκθεση μπορεί να ξυπνήσει συναισθήματα ντροπής, φόβου ή αδυναμίας.
  • Δυσπιστία: η σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στο θύμα και τον μάρτυρα μπορεί να διαρραγεί αν ο μάρτυρας δράσει χωρίς άδεια. Ακόμα και πιέζοντας ένα θύμα να προχωρήσει σε ενέργειες για τις οποίες δεν νιώθει έτοιμο, βάζουμε σε κίνδυνο ακόμα και τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ μας, αποθαρρύνοντάς το, πολλές φορές, από το να μοιραστεί περισσότερα πράγματα μαζί μας στο μέλλον ή και να μας ζητήσει βοήθεια όταν την χρειάζεται.

Η προστασία της ιδιωτικότητας, λοιπόν, δεν είναι «παθητικότητα». Είναι σεβασμός στην αυτοδιάθεση.

Μορφές ουσιαστικής υποστήριξης

Ο ρόλος της/του μάρτυρα δεν είναι να πάρει αποφάσεις για το θύμα, αλλά να δημιουργήσει συνθήκες που θα το βοηθήσουν να νιώσει ασφαλές και να επιλέξει αν, πότε και πώς θα κινηθεί. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους:

  1. Ακρόαση χωρίς κριτική: Δώσε χώρο στο θύμα να μιλήσει – αν θέλει. Απόφυγε ερωτήσεις που μοιάζουν κατηγορία («Γιατί δεν αντέδρασες;», «Γιατί δεν μιλάς στο HR;»). Η αποδοχή και η κατανόηση είναι τα πιο ισχυρά στηρίγματα.
  2. Επιβεβαίωση των συναισθημάτων: Μια φράση όπως «Είναι πολύ σοβαρό αυτό που έζησες και καταλαβαίνω ότι φέρνει μεγάλο φόβο/θυμό/αμηχανία» δίνει στο θύμα την αίσθηση ότι ακούγεται και ότι δεν είναι υπερβολικό.
  3. Προσφορά πληροφορίας, όχι πίεσης: Ο/Η μάρτυρας μπορεί να ενημερώσει το θύμα για τις διαθέσιμες επιλογές του – για παράδειγμα, για το πρόγραμμα START του Safe & Fair που προσφέρει δωρεάν νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Η πληροφόρηση αυτή πρέπει να δίνεται ως δυνατότητα, όχι ως επιταγή.
  4. Συνεπής παρουσία: Το πιο σημαντικό εργαλείο υποστήριξης δεν είναι μια πράξη ηρωισμού, αλλά η καθημερινή μας διαθεσιμότητα: το να ρωτάς «Πώς είσαι;», να δείχνεις ότι ενδιαφέρεσαι, να είσαι εκεί χωρίς να πιέζεις.
Όρια και υποχρεώσεις του μάρτυρα

Αν και η προστασία της ιδιωτικότητας είναι θεμελιώδης, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου ο/η μάρτυρας έχει -τουλάχιστον- ηθική υποχρέωση να δράσει. Για παράδειγμα:

  • Αν το περιστατικό είναι επαναλαμβανόμενο και ο δράστης στρέφεται και σε άλλα άτομα.
  • Αν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική ακεραιότητα του θύματος ή άλλων εργαζομένων.
  • Αν η εταιρική πολιτική προβλέπει ρητά διαδικασία αναφοράς, την οποία ο/η μάρτυρας οφείλει να ακολουθήσει.

Αξίζει, επίσης, να θυμόμαστε ότι αν έχουμε γίνει αυτόπτες/αυτήκοοι μάρτυρες ενός περιστατικού παρενόχλησης τότε είμαστε και εμείς έμμεσα θύματα της συμπεριφοράς αυτής, καθώς δημιουργεί ένα απειλητικό και προσβλητικό περιβάλλον στο χώρο της εργασίας μας.

Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, η δράση μπορεί να γίνει με σεβασμό: καταγράφοντας το περιστατικό, ενημερώνοντας εμπιστευτικά το τμήμα HR ή αξιοποιώντας ανώνυμες γραμμές καταγγελίας, πάντα με στόχο την προστασία και όχι την έκθεση του θύματος, του οποίου το όνομα δεν θα πρέπει να αναφερθεί χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ειδικά αν ΔΕΝ ήσουν παρών ή παρούσα στο περιστατικό, αλλά πληροφορήθηκες γι’ αυτό από κάποιο άλλο εμπλεκόμενο μέρος, είναι απαραίτητο να αποφύγεις κάθε προσωπική καταγγελία ή αναφορά, καθώς διατρέχεις κι εσύ κίνδυνο να κατηγορηθείς για συκοφαντική δυσφήμηση σε επόμενη φάση.

Καταλαβαίνουμε, με βάση τα παραπάνω, ότι το να γίνεις μάρτυρας ενός περιστατικού σεξουαλικής παρενόχλησης είναι κι αυτό μια δύσκολη εμπειρία, που γεννά ερωτήματα και ευθύνες. Η σωστή στάση συνδυάζει δύο στοιχεία: ενεργή υποστήριξη και απόλυτο σεβασμό στην ιδιωτικότητα του θύματος.

Με άλλα λόγια, δεν χρειάζεται να «αναλάβεις δράση για λογαριασμό» κάποιου. Αρκεί να είσαι εκεί, να προσφέρεις ασφάλεια, πληροφόρηση και εμπιστοσύνη. Η απόφαση για το επόμενο βήμα ανήκει στο ίδιο το θύμα – και η πραγματική υποστήριξη σημαίνει να σεβαστείς την απόφαση αυτή.